ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΛΛΟΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ "ΜΙΚΡΟΥΣ" ΣΤΗΝ Ε.Ε. ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΒΕΤΟ;

(Γράφει ο Χρήστος Τσάκος, Φοιτητής Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής)

Προ ολίγων ημερών, μια ιδιαίτερα δυσάρεστη εξέλιξη για τα εθνικά συμφέροντα τόσο της Ελλάδας, όσο και της Κύπρου, έλαβε χώρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Έπειτα από ψηφοφορία, εγκρίθηκαν οριακά (με 305 ψήφους υπέρ, 276 κατά και 29 αποχές) οι προτάσεις για την τροποποίηση των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Φυσικά, τα περισσότερα ελληνικά ΜΜΕ κράτησαν άκρα του τάφου σιωπή για το συγκεκριμένο ζήτημα (παρόλο που μας αφορά σε τεράστιο βαθμό), παραλείποντας δήθεν "ακούσια" να αναφέρουν ότι ανάμεσά στις τροποποιήσεις αυτές βρίσκεται και η κατάργηση της θεμελιώδους αρχής της ομοφωνίας (βέτο), ενός όπλου που ίσως και να είναι το χρησιμότερο για τις «μικρές» χώρες της ΕΕ για την προάσπιση των συμφερόντων τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρήκε προφανώς ευκαιρία να δώσει εντολή στα ελεγχόμενα ΜΜΕ να τηρήσουν νεκρική σιγή για το θέμα, αφού το ενδιαφέρον εκείνη τη μέρα ήταν στραμμένο στην ασήμαντη, για τη καθημερινότητα των πολιτών αποχώρηση της ομάδας Αχτσιόγλου από τον υπό διάλυση ΣΥΡΙΖΑ, μιας και τα κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας φρόντισαν για την υπερπροβολή της. 

Η χρησιμότητα του βέτο για χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος

Η κατάργηση της ομοφωνίας (βέτο) στη διαδικασία της λήψης αποφάσεων έχει ως στόχο να εξασφαλίσει η Ε.Ε. τη δυνατότητα να προχωρά συλλογικά, έστω και χωρίς ομοφωνία, στη λήψη μέτρων στον τομέα της δημόσιας υγείας, στην αγορά οπλικών συστημάτων, αλλά και στην επιβολή κυρώσεων πολύ γρηγορότερα και ευκολότερα. 

Σύμφωνα με το σκεπτικό όσων είναι υπέρμαχοι αυτής της αλλαγής, η κατάργηση του βέτο θα αποτελέσει το βήμα που θα κάνει την Ε.Ε. πιο λειτουργική και γρήγορη στις αποφάσεις. 

Ωστόσο, οι υπέρμαχοι της, και ειδικότερα οι Έλληνες ευρωβουλευτές που την υπερψήφισαν, δεν αναλογίστηκαν (ή απλά αδιαφόρησαν) για το ότι έτσι ανοίγει ένα τεράστιο ζήτημα, σχετικά με το αν αυτή η τροποποίηση είναι δίκαιη και μας ωφελεί ως κράτος. Γιατί, μέχρι στιγμής, οι μικρότερες χώρες, όπως η Ελλάδα, είχαν μονάχα το βέτο ως «όπλο» προάσπισης των συμφερόντων και των θέσεων τους απέναντι στη βούληση των ισχυρότερων χώρων της ΕΕ, όπως της Γερμανίας ή της Γαλλίας.

«Η επικείμενη θεσμική μάχη θα είναι ιδιαίτερα σκληρή, καθώς τα βήματα προς τα εμπρός που κάνει η Ένωση αγγίζουν πολύ ευαίσθητα σημεία της εθνικής κυριαρχίας, όπως η άμυνα, η ενέργεια και η εξωτερική πολιτική. Όσο για την υπονόμευση της ομοφωνίας, τρομάζει πολλές χώρες, ειδικά εκείνες με τον μικρότερο πληθυσμό, επειδή φοβούνται πως οι αποκαλούμενες μεγάλες θα τις συνθλίψουν επιβάλλοντας τα συμφέροντά τους. Η ίδια η κοινοβουλευτική συζήτηση αποτύπωσε αυτόν τον διχασμό, με πολλούς βουλευτές να κατηγορούν τους υπέρμαχους των μεταρρυθμίσεων ότι επιδιώκουν να μετατρέψουν την Ε.Ε. σε μια Σοβιετική Ένωση» σχολίασε σχετικά η «el Pais» λίγες ημέρες πριν την ψήφιση της ζημιογόνας αυτής απόφασης από το ευρωκοινοβούλιο και τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων ευρωβουλευτών πλην τριών, δύο του ΚΚΕ και του Μανώλη Φράγκου της Ελληνικής Λύσης, στον οποίο θα κάνω ειδική αναφορά λίγο παρακάτω. 

Όπως σημειώνει η δημοσιογράφος Μαρία Δεναξά, επί της ουσίας η ΕΕ υιοθέτησε πρόταση υπέρ της κατάργησης της εθνικής κυριαρχίας των κρατών μελών της ΕΕ και της μετατροπής της σε ομοσπονδία. Φυσικά, πλήττονται οι μικρότερες περιφερειακές χώρες, όπως είναι η Ελλάδα και η Κύπρος και ενισχύονται ακόμη περισσότερο οι ισχυρότερες χώρες και πολύ περισσότερο η Γερμανία. 

Τι είχε πει ο Ανδρουλάκης και η επίσκεψη Μητσοτάκη στη Γερμανία 8 ημέρες πριν τη ψήφιση της κατάργησης του βέτο 

Η συνάντηση μεταξύ του Κ. Μητσοτάκη και του Ο. Σόλτς στις 14 Νοέμβρη (8 ημέρες δηλαδή προτού ψηφιστεί η κατάργηση του βέτο) έφερε ξανά στο προσκήνιο μια συζήτηση που στην Ελλάδα έπρεπε να είχε προκαλέσει σάλο πολλές μέρες νωρίτερα. Δεν αναφέρομαι φυσικά στις πολεμικές αποζημιώσεις που μας οφείλει η Γερμανία, για τις οποίες ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν τόλμησε να πει καν μισή λέξη, αλλά στην ελληνική σιωπηρή και εθνοκτόνα συναίνεση στην κατάργηση του βέτο εντός της Ε.Ε.

Η πρώτη δημόσια κουβέντα από Έλληνα πολιτικό σχετικά με το ενδεχόμενο κατάργησης της ομοφωνίας από την ΕΕ ειπώθηκε λίγο πριν από τις εσωκομματικές εκλογές του ΠΑΣΟΚ, ακριβώς πριν από δύο χρόνια, από τον υποψήφιο για την ηγεσία και μετέπειτα αρχηγό Νίκο Ανδρουλάκη. Στη διάρκεια μιας ομιλίας του στην Κύπρο, ο τότε ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ ανέπτυξε μια εξόφθαλμα αντεθνική θέση, αναφέροντας πως ήρθε η ώρα στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας να καταργηθεί ο κανόνας της ομοφωνίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρακτικά, δηλαδή, να καταργηθεί το δικαίωμα «βέτο» των κρατών-μελών, ακόμη και για ζητήματα υπαρξιακού χαρακτήρα που άπτονται της εθνικής ασφάλειας!

Ο κ. Ανδρουλάκης επιχείρησε τότε να δικαιολογήσει την πρωτάκουστη -για ελληνικά δεδομένα- αυτή θέση, λέγοντας ότι μπορεί να ακούγεται… λίγο αιρετική, αλλά συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας «κοινής αμυντικής κουλτούρας», απαλλαγμένης από αντιρρήσεις… αντιδραστικών χωρών, όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία. Στη συνέχεια, όμως, ο κ. Ανδρουλάκης "πιάστηκε στα πράσα", αφού αποκάλυψε από που εμπνεύστηκε την ιδέα του αυτή: «Είναι θετικό ότι η προγραμματική συμφωνία για τη νέα γερμανική κυβέρνηση (που τότε σχηματιζόταν στο Βερολίνο υπό τον σημερινό καγκελάριο Όλαφ Σολτς) προβλέπει, μεταξύ άλλων, την κατάργηση της ομοφωνίας στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, και αυτή είναι μια θέση που πιστεύω ότι και η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να στηρίξουν»

Η πάγια αυτή γερμανική επιδίωξη δυστυχώς υιοθετήθηκε ασμένως και από τον νέο Πρόεδρο της Κύπρου Νίκο Χριστοδουλίδη, ο οποίος ανέφερε πως «είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε την κατάργηση της ομοφωνίας, εφόσον αυτή συμβάλλει στην ενίσχυση της Ε.Ε.» λίγο πριν αναχωρήσει για δείπνο με οικοδεσπότη τον Γερμανό καγκελάριο και… μενού, εκτός από τα θέματα μετανάστευσης και την κρίση στη Γάζα, την κατάργηση του βέτο.

Η τόσο απροκάλυπτη υιοθέτηση μιας γερμανικής θέσης που αντίκειται εξ ορισμού στα εθνικά συμφέροντα Ελλάδας και Κύπρου προκαλεί κατάπληξη και πολλά ερωτηματικά. Μάλλον ο κ. Χριστοδουλίδης, που διετέλεσε και υπουργός Εξωτερικών, ξεχνάει πως ακόμη και η ενδοτική-προδοτική κυβέρνηση Σημίτη το 1999 αναγκάστηκε να απειλήσει με βέτο τη διεύρυνση της Ε.Ε. με χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, προκειμένου να διασφαλιστεί η ένταξη της Κύπρου και ότι χωρίς αυτήν την απειλή η Κύπρος δεν θα γινόταν πλήρες μέλος το 2004.

Αυτή, λοιπόν, ήταν η πρώτη δυσάρεστη έκπληξη. Υπάρχει όμως και μια ακόμη δυσάρεστη υποψία, που βέβαια δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε, και αναφέρομαι στο σενάριο ότι η θέση Χριστοδουλίδη υπήρξε προϊόν «συναπόφασης» με τον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, που ελήφθη στη διάρκεια της πρόσφατης συνάντησής τους.

Η ορθή και αξιέπαινη στάση του κ. Φράγκου επί του θέματος

Όπως προανέφερα, σχεδόν όλοι οι Έλληνες ευρωβουλευτές συναίνεσαν έμμεσα ή άμεσα (με την ψήφο τους ή με την αποχή τους από τη διαδικασία της ψηφοφορίας) στο να περάσει η εθνοκτόνα αυτή τροποποίηση που φέρνει προς κατάργηση το βέτο (που έχει αποδειχθεί σωτήριο σε ορισμένες περιπτώσεις) με μοναδικές εξαιρέσεις δύο ευρωβουλευτές του ΚΚΕ και τον 30χρονο ευρωβουλευτή της Ελληνικής Λύσης Μανώλη Φράγκο, ο οποίος όχι απλά καταψήφισε τη συγκεκριμένη ρύθμιση, αλλά προσπάθησε να αναδείξει το θέμα στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τα συστημικά και χειραγωγούμενα από τη κυβέρνηση ΜΜΕ που το αποσιώπησαν. Συνεπώς, θεωρώ πως του αξίζουν συγχαρητήρια για τη στάση που κράτησε έναντι των Ελλήνων τόσο για το συγκεκριμένο θέμα, όσο και για όλα τα προηγούμενα, και δεν πρόδωσε τα συμφέροντα της χώρας του, κάτι που δυστυχώς έπραξαν δίχως ντροπή οι υπόλοιποι εκπρόσωποι μας στην ευρωβουλή. Όλοι οφείλουμε να αναγνωρίσουμε το μέγεθος του έργου του κ. Φράγκου, που φυσικά είναι υπέρ των εθνικών μας συμφερόντων, από την αρχή της θητείας του έως και σήμερα, από όποιον πολιτικό χώρο και αν προερχόμαστε και όποιο κόμμα και αν επέλεξε να ψηφίσει ο καθένας στις εκλογές. Ο κ. Φράγκος αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα ότι οι νέοι δύνανται να έχουν ισχυρή πατριωτική συνείδηση, αφού ο ίδιος κατόρθωσε να γίνει ευρωβουλευτής μόλις στα 26 του και να εκπροσωπήσει άξια τη χώρα μας. Οι νέοι πρέπει επιτέλους να βγούν στο προσκήνιο και να παλέψουν για την πολιτική αλλαγή. 

Όπως ορθά ανέφερε ο ίδιος ο Μ. Φράγκος σε δηλώσεις του, «η μετάλλαξη της Ελλάδας από κυρίαρχο κράτος σε επαρχία του υπερκράτους των Βρυξελλών συνεχίζεται! Η υποβάθμιση της κρατικής κυριαρχίας έρχεται με πρόταση για την αναθεώρηση των ευρωπαϊκών συνθηκών. Η κατάργηση του δικαιώματος βέτο εκ μέρους Ελλάδας και Κύπρου θα κάμψει τις ελληνικές αντιστάσεις για αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων, θα αφαιρέσει τη δυνατότητα αντίρρησης στην περαιτέρω προσέγγιση της ΕΕ με τα Σκόπια και την Αλβανία, θα οδηγήσει σε λήψη αποφάσεων για νομιμοποίηση των υιοθεσιών παιδιών από ζευγάρια ομοφυλοφίλων στην Ελλάδα και θα μας οδηγήσει σε περαιτέρω απώλεια του ελέγχου επί του εδάφους και υπεδάφους μας στα πλαίσια της ανίατης πράσινης ευρωφρενίτιδας. Η ανεξαρτησία που με τόσους αγώνες αποκτήθηκε από τους ενδόξους προγόνους μας αφαιρείται κομμάτι κομμάτι με ευρωπαϊκές πράξεις».  

Comments
* The email will not be published on the website.