Μοιραστείτε τη γνώση.

  • Ο σκοπός του Our Voice και όλων όσων βοηθάνε στην σωστή λειτουργία και ανανέωση της ιστοσελίδας, είναι να μοιραζόμαστε τις γνώσεις μας με όλους τους επισκέπτες.
  • Μπορείτε και εσείς να συμβάλλετε σε αυτόν τον σκοπό κοινοποιώντας τα άρθρα που σας αρέσουν χρησιμοποιόντας τα social links που υπάρχουν σε κάθε κείμενο.

Παύλος Σιδηρόπουλος - Εγώ δεν θέλω ζήτω από τα πτώματα γιατί είμαι εθισμένος στα παραπτώματα

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου του 1948 στην Αθήνα.

Ήταν γιός του Κωνσταντίνου Σιδηρόπουλου και της Ιωάννας (Τζένης) Σιδηροπούλου το γένος Αλεξίου.

Οι Σιδηρόπουλοι ήταν Πόντιοι εκ Ρωσίας, αστοί, που ζούσαν από την καλλιέργεια και το εμπόριο του καπνού. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος, γεννήθηκε το 1918 στο Σοχούμ της Ρωσίας. Από τη Ρωσία οι Σιδηρόπουλοι έφυγαν μετά την επανάσταση του 1917 και το 1923 ήρθαν στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκαν στο Κιλκίς όπου ασχολήθηκαν με το εμπόριο καπνού.

To 1936 ο παππούς του Παύλου μαζί με τα 6 παιδιά του έφυγαν από το Κιλκίς κι εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Οι Αλεξίου ήταν μια μεγάλη οικογένεια διανοουμένων από το Ηράκλειο της Κρήτης. Η μητέρα του Παύλου, Ιωάννα (Τζένη), γεννήθηκε το 1924 στο Ηράκλειο της Κρήτης, πατέρας της ήταν ο Ραδάμανθυς Αλεξίου και μητέρα της η Αναστασία Αλεξίου το γένος Ζορμπά. Ο Ραδάμανθυς ήταν αδελφός της γνωστής παιδαγωγού και πεζογράφου Έλλης Αλεξίου, της Γαλάτειας Αλεξίου-Καζαντζάκη (πρώτη σύζυγος του Νίκου Καζαντζάκη) και του εκπαιδευτικού και συγγραφέα Λευτέρη Αλεξίου.

Η Αναστασία, γεννημένη στην Ορμύλια της Χαλκιδικής, ήταν κόρη του Γεωργίου Ζορμπά του γνωστού ως Αλέξη Ζορμπά όπως τον παρουσιάζει στο ομώνυμο έργο του ο Καζαντζάκης. Ο Ζορμπάς γεννήθηκε στο Ελευθεροχώρι στα 1857 και πέθανε στα Σκόπια στις 16 Σεπτεμβρίου 1941. [Γουδέλης Γιάννης, Ο Καζαντζάκης ξανασταυρώνεται, εκδ. Δίφρος, 1987, Αθήνα]
O Παύλος αμέσως μετά τη γέννησή του στην Αθήνα, επέστρεψε μαζί με τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη. Έμειναν εκεί μέχρι και τα έξι πρώτα χρόνια της ζωής του. Ζούσαν μαζί με όλη την οικογένεια του παππού του Παύλου στο ιδιόκτητο διώροφο αρχοντόσπιτο του παππού του. Ως παιδί ήταν πολύ ζωηρός, πειραχτήρι και ριψοκίνδυνος στα παιχνίδια του. Ήταν πρόσχαρος, πάντα ευαίσθητος, καλόκαρδος και ως πολύ κοινωνικός έκανε εύκολα φίλους.

Από τα έξι χρόνια του και μετά, αφού έχει γεννηθεί και η αδελφή του Σεμέλη (Μελίνα), η τετραμελής πλέον οικογένεια, παίρνοντας μαζί και την ξαδέρφη του πατέρα του Παύλου, Παρασκευή Παραστατίδου-Λαζαρίδου, φεύγει από τη Θεσσαλονίκη κι όλοι μαζί εγκαθίστανται στην Αθήνα. Το πρώτο σπίτι της οικογένειας στην Αθήνα ήταν στην οδό Βλαβιανού 13 στα Πατήσια. Από το 1970 και μέχρι το 1984, περίοδος που ο Παύλος γίνεται γνωστός στα μουσικά πράγματα της χώρας, η οικογένεια μένει στο σπίτι της οδού Ιωάννου Δροσοπούλου 50 στην Κυψέλη. Από το 1984 και μέχρι το θάνατό του η οικογένεια μένει στην οδό Φωσκόλου 3 στο Γαλάτσι.

Ο πατέρας του, που είχε κάνει σπουδές στο χημικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Αθήνας, μαζί με τον αδελφό του και τον γαμπρό του δημιούργησαν μια μικρή βιομηχανία, την ΕΛΦΩΤ (απασχολούσε 12-15 εργαζόμενους), τη μοναδική ελληνική βιομηχανία η οποία παρήγαγε φωτογραφικό χαρτί.

Ο Παύλος ως μαθητής φοίτησε σε δημόσιο σχολείο, τελείωσε το 22ο Δημοτικό σχολείο Αθηνών στην οδό Νικοπόλεως στα Πατήσια και συνέχισε στο 8ο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, από το οποίο και αποφοίτησε το 1966. Ήταν έξυπνος και καλός μαθητής χωρίς να χρειάζεται να είναι ιδιαίτερα επιμελής. Στο βιβλίο Η΄Γυμνάσιο-Λύκειο - Εκπαιδευτήρια Μ.Κ.ΝΟΜΙΚΟΣ 1911-2000 Ιστορικό οδοιπορικό [Αθήνα, 2003], γράφουν για τον Παύλο: «Σαν μαθητής, χάρη στην άμεση αντίληψή του, είχε καλές επιδόσεις». Παρ’ όλα αυτά δεν έδωσε αμέσως εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο. Το 1967, χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια και μάλλον αδιάφορα, «πέρασε εύκολα στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης».

sidiropoulos2


Τις σπουδές του στο Μαθηματικό δεν τις ολοκλήρωσε, έφτασε μέχρι το 3ο έτος σπουδών και διέκοψε μιας και οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες, και το ταλέντο του στη μουσική τον είχαν οριστικά κατακτήσει. Ως παιδί, δεν σπούδασε μουσική, έστω κι αν το ταλέντο του είχε φανεί από πολύ νωρίς. Δεν το είχε θελήσει ο πατέρας του. «Κάθε μουσικό άκουσμα άγγιζε την ψυχή του μικρού Παυλάκη. Νανουριζόταν κάνοντας κούνια πάνω στο μικρό του αλογάκι που το κινούσε με απίστευτο ρυθμό πάνω στη μελωδία που σιγοτραγουδούσε μόνος του», διηγιόταν η μητέρα του. Από τα εφηβικά του χρόνια, άκουγε πολύ μουσική και του άρεσε να χορεύει. Το ροκ εν ρολ, που είχε αρχίσει τότε να ακούγεται, έγινε η μουσική που τον αντιπροσώπευε. Μουσικές σπουδές έκανε πολύ αργότερα, αφού είχε ξεκινήσει τη μουσική του σταδιοδρομία και είχε ήδη γίνει γνωστός με το ντουέτο Δάμων και Φιντίας. Πριν το 1975 και για μικρό σχετικά διάστημα, όσο ο ίδιος έκρινε ότι του χρειαζόταν, σπούδασε ένα χρόνο σολφέζ, αρμονία και αντίστιξη με το μουσικό και δάσκαλο Αλέξανδρο Αινειάν (1907-1983). Για περιορισμένο επίσης διάστημα, πήρε μαθήματα και από τον μουσικό Ιωάννη Ιωαννίδη (1930), ενώ με ενθουσιασμό μιλούσε για τον συνθέτη Στέφανο Βασιλειάδη (1933-2004), στενό συνεργάτη του Γιάννη Χρήστου, τον οποίο θεωρούσε δάσκαλό του επειδή τον μύησε κάποια στιγμή στην ηλεκτροακουστική μουσική. Τη στρατιωτική του θητεία δεν την έκανε. Ο ίδιος λέει γι’ αυτό: «Την άνοιξη του 1976 με ενάμησι μήνα Τρίπολη, είκοσι μέρες 401 και τέσσερα ηλεκτροσόκ παίρνω τρελλόχαρτο».

 
Το οικογενειακό περιβάλλον

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος μεγάλωσε μέσα σε ένα άνετο οικονομικά περιβάλλον, με σεβασμό στις ανθρωπιστικές αξίες, με προοδευτικές πολιτικές πεποιθήσεις και πνευματική καλλιέργεια. Στην παιδική του ηλικία δέχτηκε ιδιαίτερη αγάπη και φροντίδα. Στο σπίτι εκτός από τους γονείς του και την αδελφή του ζούσε και η θεία Παρασκευή, η οποία ήταν πολύ σημαντικό στήριγμα για τον μικρό Παυλάκη αλλά και

sidiropoulos3

για όλη την οικογένεια. Τις Κυριακές στο πατρικό του σπίτι, συνήθιζαν να τρώνε μαζί με τη θεία, Έλλη Αλεξίου και το δεύτερο σύζυγο της Γαλάτειας, ποιητή, πεζογράφο, θεατρικό συγγραφέα και κριτικό λογοτεχνίας, Μάρκο Αυγέρη. Εκεί άναβαν οι συζητήσεις περί τέχνης και πολιτισμού ή πέρι των πολιτικών εξελίξεων της εποχής, πάντα όμως με χιούμορ και κριτική διάθεση κάτι που διασκέδαζε κι επηρέαζε το, συνεχώς ανήσυχο πνεύμα του Παύλου.

Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Σιδηρόπουλος, ήταν άνθρωπος καλός, απλός, έντιμος, ήπιων τόνων, με ευγένεια και ανθρωπιά αλλά και με αυστηρές ηθικές αρχές, με τις οποίες διαπαιδαγώγησε τον Παύλο. Αγαπούσε πολύ τα μαθηματικά, η λύση ασκήσεων ήταν το χόμπι του κι αυτό ήταν κάτι που προσπάθησε να εμφυσήσει στον Παύλο. Είχε ταλέντο στη μουσική και πολύ ωραία φωνή, του άρεσε να τραγουδάει, κυρίως όπερα και να παίζει πιάνο χωρίς όμως να έχουν προηγηθεί μουσικές σπουδές.

Παρά την αστική του προέλευση, ο Κωνσταντίνος, ήταν από νεαρή ηλικία προοδευτικός και του άρεσε να συναναστρέφεται με τους απλούς ανθρώπους της δουλειάς. Για τις προοδευτικές του πεποιθήσεις τον απέβαλαν από όλα τα γυμνάσια της Θεσσαλονίκης.
Ο θαυμασμός του πατέρα του, Κωνσταντίνου για την προοδευτική διανόηση τον οδήγησε στη γνωριμία του με την Έλλη Αλεξίου. Στο σπίτι της Έλλης Αλεξίου γνώρισε κι ερωτεύτηκε τη μητέρα του Παύλου, Τζένη Αλεξίου, η οποία είχε έρθει από το Ηράκλειο στην Αθήνα για να τελειώσει τις σπουδές της στο πιάνο. Η Τζένη Αλεξίου ήταν μία όμορφη γυναίκα, χωρίς κακίες, με πνεύμα σπιρτόζο όλο ζωντάνια και χιούμορ. Ήταν πολύ ευχάριστος άνθρωπος, και είχε πάντα να σου διηγηθεί μια ιστορία που θα σου προκαλούσε γέλιο και θα σου έφτιαχνε το κέφι. Είχε αδυναμία στον Παύλο, τον καταλάβαινε, θαύμαζε την εξυπνάδα του και τον στήριξε στην καλλιτεχνική του πορεία. Από πολύ νέα αρρώστησε από μια σπάνιας μορφής ρευματοειδή αρθρίτιδα που κατέληξε να την καθηλώσει. Ήταν πολύ φιλόξενη, με αποτέλεσμα το σπίτι να είναι πάντα γεμάτο κόσμο, από συγγενείς και φίλους μικρούς και μεγάλους. Ο Παύλος ήταν πολύ δεμένος μαζί της, τόσο ώστε να πιστεύουν αρκετοί απ' αυτούς που τον γνώριζαν, πως αν δεν έφευγε εκείνη πρώτη, πιθανώς να μην έφευγε και αυτός. Δεν έκανε δική του οικογένεια, παρόλο που ερωτευόταν με πάθος και δινόταν ολοκληρωτικά. Χαρακτηριστικά, για τη γυναίκα και την ερωτική σχέση των δύο φύλων, ο Παύλος είχε πει:   «Η γυναίκα είναι ο καθρέφτης μας. Είναι το πλάσμα που μπορούμε να πούμε ότι αγαπάμε στο έπακρο και το μισούμε στο έπακρο ταυτόχρονα, όπως με το ίδιο σκεπτικό λέμε ότι εμπεριέχουμε το σατανά και το Θεό...» [συνέντευξη στο Νίκο Μποζινάκη για το περιοδικό Ποπ+Ροκ, τεύχος 88]

 
Μουσική σταδιοδρομία

Στη Θεσσαλονίκη, ο Σιδηρόπουλος, νεαρός φοιτητής και μακριά από την οικογένειά του, ξεκίνησε τη μουσική του σταδιοδρομία. Χαρακτηριστική για το ξεκίνημά του είναι η μαρτυρία του τότε συγκάτοικού του, τραγουδοποιού Βαγγέλη Γερμανού.

 
Δάμων και Φιντίας

sidiropoulos4

Την περίοδο εκείνη ο μουσικός Παντελής Δεληγιαννίδης έπαιζε κιθάρα με τους Olympians. Ο Παύλος τον άκουσε και ενθουσιάστηκε: «Ξεχώριζε ο άνθρωπος, δεν είχε καμία δουλειά με τον Πασχάλη και τους υπόλοιπους» έλεγε σε συνέντευξή του [Οκτώβρης 1982, περιοδικό Μουσική]. Τα κοινά ακούσματά τους πολλά -blues, Eric Clapton, Cream, John Mayall κ.ά.- και έχοντας κι ο Παύλος ήδη κάποιες πρώτες συνθέσεις, του πρότεινε να συνεργαστούν. Δημιούργησαν το ντουέτο Δάμων και Φιντίας (1, 2), κατέβηκαν στην Αθήνα και άμεσα -μέσα στη διετία 1970-1971- ηχογράφησαν για τη Lyra (μέσω του label της Zodiac) τον πρώτο τους μικρό δίσκο 45 στροφών, με τα τραγούδια «Ξέσπασμα» και «Ο κόσμος τους». Συμμετείχαν επίσης -ανάμεσα σε μουσικούς και σχήματα όπως η Δέσποινα Γλέζου, Εξαδάκτυλος, Socrates- στη ζωντανή ηχογράφηση «Ζωντανοί στο Κύτταρο» με τα κομμάτια τους «Απογοήτευση» και «Ο Γέρο-Μαθιός». Το πρώτο περιλαμβανόταν στον κυρίως δίσκο, ενώ το δεύτερο αποτελούσε τη μία όψη ενός μικρού δίσκου 45 στροφών που συνόδευε τις πρώτες παρτίδες της έκδοσης (στην άλλη όψη  του δίσκου αυτού υπήρχε η εξελληνισμένη από τον Τάσο Φαληρέα εκδοχή του 'The Road Ladies' του Frank Zappa, με το Δημήτρη Πουλικάκο και τους Εξαδάκτυλος).
 

 
Μπουρμπούλια

Το 1972 οι Δάμων και Φιντίας συνεργάστηκαν με το Νίκο Τσιλογιάννη (τύμπανα) και το Βασίλη Ντάλλα (μπάσο, κιθάρα) από τα Μπουρμπούλια, διατηρώντας το ίδιο όνομα στη νέα ροκ μπάντα που δημιούργησαν. Από την ετικέτα Zodiac της Lyra, κυκλοφόρησαν ένα μικρό δίσκο με τα τραγούδια «Ο Ντάμης ο ληστής» (εξαιτίας του φόβου της λογοκρισίας μετονομάστηκε ως «Ο Ντάμης ο Σκληρός») και «Απογοήτευση», σε μουσική του Δεληγιαννίδη και -στο ένα- στίχους του Σιδηρόπουλου. Στις εμφανίσεις τους έπαιζαν πέντε κομμάτια τα οποία θα κυκλοφορούσαν σε δίσκο, κάτι που όμως δεν έγινε ποτέ. Γι'αυτό το υλικό, είχε μιλήσει ο Παύλος, το Φλεβάρη του 1973: «Όλα τα κομμάτια στηρίζονται στη δημοτική μουσική και το κλασικό ροκ και ένα από αυτά έχει προκλασικά στοιχεία. Είναι «Το ξέρεις θα ’μαι μακριά» βασισμένο στη μακεδονίτικη μουσική, «Ο Καμπούρης», που αποτελείται από δύο μέρη, το ένα από τα οποία είναι βασισμένο σε στοιχεία της προοδευτικής τζαζ και «Ο θάνατος του Βασιλιά Σαρδόνιου», πάνω σε στοιχεία δημοτικά και προκλασικά». [συνέντευξη στην Όλγα Μπακομάρου, περιοδικό Φαντάζιο]. Σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες του Παύλου, υπήρχαν και τα κομμάτια «Η ερημική χώρα» και το δημοτικό αφιέρωμα «Στην Ελευθερία». Το τελευταίο, μαζί με το τραγούδι «Ο Καμπούρης», είχαν κινηματογραφηθεί για τη μοναδική μουσική τηλεοπτική εκπομπή της εποχής, Δισκοθήκη για νεολαία του Νίκου Μαστοράκη, αλλά δεν προβλήθηκαν ποτέ εξ αιτίας της λογοκρισίας του χουντικού καθεστώτος.

Γενικότερα ως ήχος, τα Μπουρμπούλια, στη μετασαββοπουλική συγκεκριμένη φάση τους, εξέφραζαν μια τάση παντρέματος της ροκ με την παραδοσιακή μουσική και τον ελληνικό στίχο. Διαλύονται στις αρχές του 1974, αφού από τις τάξεις τους πέρασαν και πολλοί άλλοι μουσικοί (Άρης Τασούλης, Νίκος Πολίτης, Γιάννης Σπυρόπουλος, Γιώργος Κουβαράς).

 
Συνεργασία με το Γιάννη Μαρκόπουλο

Είναι η εποχή της μεταπολίτευσης και «η ροκ σκηνή δεν έχει νόημα ύπαρξης πλέον γιατί το πολιτικό τραγούδι κυριαρχεί. Οι περισσότεροι μουσικοί ή φεύγουν έξω ή σιωπούν», όπως αφηγείται ο Σιδηρόπουλος το Σεπτέμβριο του '90 -στην τελευταία συνέντευξή του, στο Δημήτρη Δημητράκα και τον Rock FM. Προκειμένου να κάνει ο,τιδήποτε άλλο τότε, δούλεψε για κάποιους μήνες στο εργοστάσιο του πατέρα του, αλλά φαίνεται πως δεν το άντεχε. Κάπου εκεί και μέσα στη δημιουργική απελπισία του, συμφωνεί να συνεργαστεί με το συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, ο οποίος ήρθε σε επαφή μαζί του μέσω του Π. Ζέρβα, ιδιοκτήτη των κλαμπ Κύτταρο και Ροντέο. Ο Σιδηρόπουλος συνεργάστηκε με το Μαρκόπουλο από το 1974 έως το 1976, ως σατιρικός τραγουδιστής και ηθοποιός. Μετά τις πρώτες πρόβες, ο Παύλος θυμόταν πως «ο Μαρκόπουλος σχεδόν απαγόρεψε στον οποιονδήποτε φίλο του να με πλησιάσει. Με σύστηνε πάντα με χαμόγελο ως ο ροκ επικίνδυνος τρόπος ζωής, αλλά φαίνεται ότι ασκούσα κάποια έλξη απάνω του γι αυτόν ακριβώς τον τροπο της ζωής». Συμμετείχε σε τρεις δίσκους του Γιάννη Μαρκόπουλου:

- «Θεσσαλικός Κύκλος» (1974, ΕΜΙ), με τα τραγούδια «Εισαγωγή - Τελάλης», «Το τηλέφωνο» (μαζί με τη Λιζέττα Νικολάου), «Η Βασίλω» και «Το Γράμμα» (μαζί με το Λάκη Χαλκιά).

markopoulos

- «Ανεξάρτητα» (1975, ΕΜΙ), με το σκωπτικό τραγούδι «Τούμπου Τούμπου Ζα» (μαζί με το Λάκη Χαλκιά) και

- «Οροπέδιο» (1976, ΕΜΙ), όπου ερμήνευσε το «Δεν Ήρθα σαν Ξένος» σε ποίηση Μιχάλη Κατσαρού (με τη συμβολή του κιθαρίστα Γιάννη Σπάθα των Socrates).

Στις 4 & 6 Οκτωβρίου του 1976, ο Παύλος συμμετείχε στις συναυλίες του Μαρκόπουλου στο Ηρώδειο, οι οποίες ηχογραφούνται -αλλά θα μείνουν στο ράφι για δύο δεκατίες και πλέον, μέχρι το 1990 που κυκλοφορεί το διπλό άλμπουμ «Η Συναυλία στο Ηρώδειο». Με τις συναυλίες αυτές ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος συνεργασίας του Σιδηρόπουλου με το Μαρκόπουλο. Στα τέλη του 1986, ο Παύλος συνεργάζεται ξανά με το συνθέτη για το δίσκο «Τολμηρή Επικοινωνία», όπου ερμηνεύει τα τραγούδια «Μάθε το Ζήτω», «Ώρα Μηδέν» (μαζί με τη Μαρία Φωτίου), «Παπαντόπ Ντοπ Ντοπ» (μαζί με το συνθέτη), «Ηλεκτρικός Θησέας» (μαζί με τη Μαρία Φωτίου), ενώ απαγγέλει και τα ποιήματα «Γραμμή ανοιχτή» του Δημήτρη Βάρου και «Σκηνή της αφίξεως στη Γένοβα» του Γιώργου Χρονά.

Για την περίοδο εκείνη και τη συνεργασία αυτή, ο Παύλος εξηγούσε -το Μάιο του 1979: «Δεν ήμουν δημιουργός. Ήταν μια εμπειρία ως εκτελεστής. (...) στην αρχή μπήκα ασυνείδητα στο χώρο του Μαρκόπουλου, αλλά στην πορεία επάνω μπήκα συνειδητά. Ήταν μια εμπειρία αυτό που λένε σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, που δεν μου πρόσφερε καμία συγκίνηση ή πολύ ελάχιστες» [συνέντευξη στο περιοδικό Μουσική, τεύχος 18]. Η συνεργασία του με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα στις προσωπικές και καλλιτεχνικές του ανησυχίες και ενώ είχε πρόταση να συνεχίσει, μαζί με τη Βίκυ Μοσχολιού, ο Παύλος αρνήθηκε, επιστρέφοντας οριστικά και αμετάκλητα στον αυθεντικό ροκ ήχο και ουσιαστικά στον ίδιο του τον εαυτό. Η χρονική περίοδος αυτή ταυτίζεται με το δημιουργικό διάστημα κατά το οποίο ο Σιδηρόπουλος έγραψε τους στίχους και τη μουσική του πρώτου μεγάλου δίσκου του, «Φλου».

Σπυριδούλα

 

spyridoula

Στα τέλη του 1977, ο Σιδηρόπουλος, έχοντας ήδη έτοιμο το υλικό για το δίσκο «Φλου», γνωρίζεται με τους Σπυριδούλα, οι οποίοι τότε ήταν ένα νέο ροκ συγκρότημα -είχαν δημιουργηθεί το Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς από τους αδερφούς Σπυρόπουλους, Βασίλη και Νίκο, αλλά μέσω των συχνών ζωντανών εμφανίσεων είχαν ήδη γίνει γνωστοί στη ροκ σκηνή. Άρεσαν και στον Παύλο «γιατί δεν είχαν μεγάλη τεχνική κατάρτιση, το παίξιμό τους είχε αίσθημα, γουστάρανε που παίζανε, δηλαδή κινιότανε το πράγμα πάνω στο πάλκο» [σε συνέντευξή του στο Λάκη Παπαδόπουλο, περιοδικό Ποπ+Ροκ, τεύχος 6].

Μέσα στο 1978, Σιδηρόπουλος και Σπυριδούλα δίνουν μαζί συναυλίες, με τον Παύλο αρχικά να συμμετέχει σε διασκευές τραγουδιών (κυρίως των Rolling Stones). Την άνοιξη του ίδιου χρόνου, ύστερα από ανακατατάξεις στο ανθρώπινο δυναμικό, το συγκρότημα καταλήγει στη σύνθεση με την οποία ξεκίνησε τα sessions του «Φλου» (ΕΜΙΑΛ, 1979): ο Παύλος στη φωνή και τα κρουστά, Βασίλης και Νίκος Σπυρόπουλος στις ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες (με το Νίκο να παίζει επίσης πλήκτρα και φλάουτο), ο Τόλης Μαστρόκαλος στο μπάσο και ο Ανδρέας Μουζακίτης πίσω από τα τύμπανα (ο οποίος κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, θα δώσει τη θέση του στον Τάσο Φωτοδήμο). Το γκρούπ υπογράφει στην ΕΜΙΑΛ (EMI Columbia) και αρχίζει ηχογραφήσεις με παραγωγό τον Θόδωρο Σαραντή, ενώ ο Μάνος Ξυδούς αναλαμβάνει το συντονισμό. Οι ηχογραφήσεις ολοκληρώνονται μέσα στο 1978, αλλά ο δίσκος θα κυκλοφορήσει το Μάιο του '79. Στο δίσκο συμμετέχουν φίλοι μουσικοί (Δημήτρης Πολύτιμος, Νίκος Πολίτης, Γιώργος Μαγκλάρας κ.α.), ενώ στην ψυχεδελική «Ώρα του Stuff» κάνει φωνητικά η Δήμητρα Γαλάνη. Αξίζει να σημειωθεί πως το «Φλου» ψηφίστηκε από τους συντάκτες του περιοδικού Ποπ+Ροκ -σε σχετικό αφιέρωμα τον Οκτώβριο του 1992- ως το καλύτερο άλμπουμ στην ιστορία της ελληνικής ροκ σκηνής.

Μετά από λίγους μήνες -και αρκετές συναυλίες για την προώθηση του δίσκου- η συνεργασία του Παύλου με το συγκρότημα τελειώνει. Έναν από τους λόγους που έπαιξαν ρόλο σ'αυτό, εξηγεί διακριτικά ο Σιδηρόπουλος: «Τα παιδιά στη Σπυριδούλα ήθελαν μια πιο μαρξιστική τοποθέτηση. Τα παιδιά θέλανε ένα γκρουπ με συγκεκριμένη πολιτική θέση, πράγμα στο οποίο εγώ δε συμφωνούσα και εκεί βρήκαμε ότι δεν ταιριάζουμε και σταματήσαμε να συνεργαζόμαστε» [συνέντευξη στον Ανδρέα Γιαννακουλόπουλο, περιοδικό Μουσική, Οκτώβριος 1982].

Εταιρεία Καλλιτεχνών

 

etairia kallitexnwn arxitektoniki

Το καλοκαίρι του 1979, ο Σιδηρόπουλος έχει μείνει χωρίς συγκρότημα, αλλά δεν χάνει τον ενθουσιασμό του. Παίζει μαζί με τον Τόλη Μαστρόκαλο και τον Θόδωρο (Τέρρυ) Παπαντίνα (θρυλικός κιθαρίστας της ροκ σκηνής της Θεσσαλονίκης ήδη από τα ’70s), τζαμάροντας στο σπίτι του τελευταίου, οπότε και αποφασίζουν να δημιουργήσουν σχήμα. Στη σύνθεση προστίθενται ο  επίσης Σαλονικιός Στίλπων Νέστορας (ρυθμική κιθάρα) και ο Τζίμης Τζιμόπουλος (τύμπανα). Ο τελευταίος προτείνει να ονομαστεί το γκρουπ Art Associations και ο Σιδηρόπουλος συμφωνεί, αλλά με το όνομα να αναγράφεται στα ελληνικά και ...εγένετο Εταιρεία Καλλιτεχνών. Έπαιζαν ροκ εν ρολ της δεκαετίας 1955-1965, αλλά και δικά τους κομμάτια, τα οποία αν και σχεδίαζαν να δισκογραφήσουν, αυτό δεν έγινε ποτέ. Οι κριτικές του μουσικού Τύπου για τις εμφανίσεις τους ήταν εντυπωσιακές -ενδεικτικά: «η Εταιρεία Καλλιτεχνών έχει μια αρμονία που διαχέει μυστηριακή συγκίνηση», «ένα καταπληκτικό σύνολο με βαθιά αίσθηση του ροκ εν ρολ, που κινητοποιεί τον κόσμο και απελευθερώνει τελείως την ένταση».  Ένα χρόνο μετά, ο Παύλος θα πει για το γκρουπ: «Μπορεί όλοι να ‘μαστε από διαφορετικά μουσικά ρεύματα επηρεασμένοι, αλλά τα μουσικά αυτά ρεύματα είναι του ροκ εν ρολ και όλοι μας γουστάρουμε να παίζουμε ροκ εν ρολ». Όμως, αυτά τα διαφορετικά μουσικά ρεύματα φάνηκαν τελικά ισχυρότερα και η Εταιρεία Καλλιτεχνών διαλύθηκε μετά από μια βραχύβια παρουσία, αφήνοντας πίσω της όλες κι όλες τέσσερις ηχογραφήσεις, διασκευές γνωστών ροκ κομματιών, οι οποίες παρέμεναν ανέκδοτες μέχρι πρότινος, στο αρχείο του Παπαντίνα. Πρόκειται για τα τραγούδια 'You really got me' των Kinks, 'So you want to be a rock'n'roll star' των Byrds, 'We gotta get out of this place' των Barry Mann & Cynthia Weil (γνωστό από τους Animals) και το 'As I went out one morning' του Bob Dylan, ηχογραφημένα όλα ζωντανά στο αθηναϊκό club Skylab τον Οκτώβρη του '79.

Ο Σιδηρόπουλος συνεχίζει τις εμφανίσεις του σε ροκ συναυλίες συνοδευόμενος για λίγο καιρό από τους ανερχόμενους Sharp Ties. Κάπου εκεί -και πριν τη δημιουργία των Απροσάρμοστων- τοποθετείται χρονικά η δημιουργία ενός βραχύβιου σχήματος που ονομαζόταν Μουρμούρα και το οποίο αποτελούσαν παλιοί γνώριμοι (Σιδηρόπουλος, Ντάλλας, Τζιμόπουλος), ο Πιερ Χωρέμης και ο Νίκος Γιαννάτος. Θυμάται σχετικά ο Γιαννάτος: «Η Μουρμούρα έπαιξε ένα καλοκαίρι στον Φλοίσβο στο Φάληρο κι έκανε μερικές σποραδικές εμφανίσεις εδώ κι εκεί. Απ' ότι έλεγαν ο Παπαντίνας και ο Μαστρόκαλος που μας είχαν ακούσει, παίζαμε καλά. Μετά ήρθε πάλι η πρέζα, το γκρούπ διαλύθηκε και ο Παύλος έβγαλε το δίσκο Εν Λευκώ» [συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη, περιοδικό Οδός Πανός, Μάιος 2011]

 
Απροσάρμοστοι

 

aprosarmostoi

Αρχές του 1980, ο Παύλος Σιδηρόπουλος βρίσκεται και πάλι στη διαδικασία αναζήτησης μουσικών. Όλα δείχνουν ότι πλέον αναζητά μια μόνιμη μπάντα που να μπορεί να ανταποκρίνεται στο όραμά του και να αφοσιωθεί σ'αυτό το σκοπό. «Ξέρω πολλούς κιθαρίστες που παίζουν ροκ εν ρολ, αλλά ποιοι είναι ροκεντρολίστες; Η γενιά του ’70 όσον αφορά το ροκ εν ρολ είναι τελειωμένη» έλεγε σε συνέντευξή του στον Τάσο Ψαλτάκη [περιοδικό Μουσικό Εξπρές, τεύχος 26, Δεκέμβριος 1980]. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγει  νέα παιδιά για το συγκρότημα που φτιάχνει, «γιατί υπάρχει όρεξη… και ύστερα είναι όλοι σε καλή φυσική κατάσταση. Πολλοί από τους παλιούς μουσικούς δεν είναι σε καλή κατάσταση. Η φυσική κατάσταση παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Για να χεις όρεξη να κάνεις κάτι, δηλαδή, κι όχι να ψάχνεις να βρεις χαμένες... παιδικές ευτυχίες…».

Ο Παύλος δοκιμάζει αρκετούς μουσικούς και σιγά-σιγά διαμορφώνεται η τελική σύνθεση της ομάδας που θα ηχογραφήσει τον επόμενο δίσκο. Λέει ο ίδιος, την άνοιξη του '82, πως «έχοντας αλλάξει και γω δεν ξέρω πόσους μπασίστες και ντράμερ, φτιάχνω το σημερινό μου γκρουπ, τους Απροσάρμοστους. Τώρα πια το γκρουπ είναι έτοιμο και, όπως ξέρεις, σύντομα θα κυκλοφορήσουμε ένα δίσκο, που θα λέγεται «Εν Λευκώ» και που η μουσική και οι στίχοι του είναι δικοί μου. Όπως βλέπεις δεν πολυκαθόμουνα αυτό τον καιρό, αλλά το μυαλό μου στο βάθος βάθος του ήταν πάντα εκεί» [συνέντευξη στον Άκη Λαδικό, περιοδικό Phenomenon, τεύχος 4].

Το συγκρότημα Απροσάρμοστοι αποτελούσαν οι: Οδυσσέας Γαλανάκης (ηλεκτρική κιθάρα), Βασίλης Πετρίδης (ηλεκτρική κιθάρα),  Αλέκος Αράπης (μπάσο) και Κυριάκος Δαρίβας (τύμπανα) -αν και στο «Εν Λευκώ» τύμπανα έπαιξε ο Άκης Σημηριώτης, μιας και ο Δαρίβας υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του. Το Μάρτιο του '82, ο Σιδηρόπουλος έρχεται σε νέα συμφωνία με την ΕΜΙ και ξεκινούν οι ηχογραφήσεις του δίσκου, στο στούντιο του Σταμάτη Σπανουδάκη. Το «Εν Λευκώ» (ΕΜΙ, 1985) κυκλοφορεί τον ίδιο χρόνο, προκαλώντας αντιδράσεις -ακόμα και την παρέμβαση της λογοκρισίας.

Οι Απροσάρμοστοι χωρίζουν πρόσκαιρα με τον Παύλο στα τέλη του '82 και ο Παύλος τραγουδάει τα blues που τόσο του άρεσαν, με τους BUM (Blue United Musicians), στο Ροντέο. Ο ίδιος παραδεχόταν πως ως νέος δεν είχε καμία σχέση με το βαρύ blues του Muddy Waters ή του Howlin' Wolf «γιατί δεν είχα τραβήξει τίποτα ακόμα. Ήμουνα πιτσιρικάς. Δεν με αντιπροσώπευε καθημερινά στη ζωή μου αυτό το πράγμα, αλλά ταυτόχρονα κάτι μου 'λεγε ότι "στα λέω γιατί μπορεί να 'ρθουνε κι αυτά έξω από την πόρτα σου κάποτε"... [...] Και με ξένιζε αυτό το μαύρο, το μουντό, το βαρύ πράγμα, αλλά ταυτόχρονα με γοήτευε αφάνταστα. Γιατί εγώ δεν είμαι ροκενρολίστας από γεννησιμιού μου. Είχα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Αλλά το διάλεξα σαν τρόπο ζωής και ό,τι τράβηξα μετά, το τράβηξα επειδή το 'θελα, όχι επειδή οδηγήθηκα προς τα'κει.» [συνέντευξη στο Νίκο Πολίτη, περιοδικό Ήχος, Μάιος 1981]

Ο Σιδηρόπουλος ψάχνει παράλληλα για συγκρότημα, μιας και οι Απροσάρμοστοι «αφού μάθανε όσα θέλανε και δέθηκαν, θεώρησαν τους εαυτούς τους φίρμες. Έτσι, κάποια στιγμή, με είπαν αυταρχικό, απόλυτο κλπ. Μετά απ' αυτά, για τελείως προσωπικούς λόγους δηλαδή, διέκοψα τις επαφές μου μαζί τους. Μόνο ο Βασίλης Πετρίδης, ένας σπουδαίος κιθαρίστας και πραγματικός γνώστης της κιθάρας ήρθε μαζί μου». Τελικά όμως, οι Απροσάρμοστοι τα ξαναβρίσκουν με τον Παύλο και θα παραμείνουν μαζί του μέχρι το τέλος. Αργότερα, στο συγκρότημα συμμετείχαν περιστασιακά ο κιθαρίστας Σπύρος Σούκης και  μόνιμα ο Λουκάς Γκέκας στα πλήκτρα.Το οπισθόφυλλο από το δίσκο του Zorba the Freak

Τον Απρίλιο του 1984, ξεκινούν οι ηχογραφήσεις για το άλμπουμ «Zorba the Freak» (ΕΜΙ, 1985). Πλέον, Παύλος Σιδηρόπουλος + Απροσάρμοστοι = (αλλάξανε) Zorba the Freak. Ο Δημήτρης Πουλικάκος αναλαμβάνει την παραγωγή της ηχογράφησης, ενώ πολλοί φίλοι μουσικοί, συνδράμουν σε ένα παρεϊστικο κλίμα -μουσικοί όπως ο

zorba the freak

κιθαρίστας Δήμης Παπαχρήστου (1953 – 2008), ο πιανίστας–οργανίστας Δημήτρης Πολύτιμος, ο σαξοφωνίστας David Lynch, ο Γιάννης Γιοκαρίνης, ο Πέτρος Σκούταρης των Sharp Ties κ.α. Ο δίσκος κυκλοφορεί στα μέσα του 1985 και περιέχει ορισμένα από τα πλέον δημοφιλή τραγούδια που έγραψε και ερμήνευσε ο Παύλος, όπως τα «R'Ν'R στο κρεβάτι», «Άντε και καλή τύχη μάγκες», «Μίκη Μάου(ς)», καθώς και αναθεωρημένες εκτελέσεις σε παλιότερα κομμάτια του («Απογοήτευση», «Το ΄69»), ενώ για πρώτη φορά γράφει και τραγουδάει στα αγγλικά -στο blues κομμάτι «Clown».

Με τους Απροσάρμοστους, ο Σιδηρόπουλος πραγματοποιεί όλα αυτά τα χρόνια πολλές συναυλίες -σε ιστορικά κλαμπ (Αν, Ροντέο, Cinema, Μετρό, Κύτταρο κ.α.), κινηματογράφους, φεστιβάλ, εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, ακόμα και στη Μπιενάλε της Βαρκελώνης. Μια από αυτές τις συναυλίες -το Φλεβάρη του 1989 στη μουσική σκηνή Μετρό- αποτυπώνεται στη δισκογραφική κυκλοφορία «Χωρίς Μακιγιάζ» (ΜΒΙ, 1989), η οποία αποτέλεσε το τελευταίο εν ζωή άλμπουμ για το Σιδηρόπουλο και το μοναδικό ζωντανά ηχογραφημένο. Ο δίσκος περιείχε κυρίως κομμάτια που παρ'ότι παίζονταν συχνά στις συναυλίες, δεν είχαν δισκογραφηθεί ποτέ πριν. Παραγωγός ήταν ο στενός φίλος του Παύλου, Πάνος Ηλιόπουλος, ο οποίος μέσω της δισκογραφικής ετικέτας Η Πόρτα Που Ανοίγει, ήταν και ο μόνος που επιμελήθηκε και μετά το θάνατο του Παύλου την κυκλοφορία άλλων ηχογραφήσεων από ζωντανές εμφανίσεις του.

 
Ευρύτερη Καλλιτεχνική Δραστηριότητα

Ως Ηθοποιός


Στην τελευταία συνέντευξή του -στο Δημήτρη Δημητράκα, στο Rock FM- ο Σιδηρόπουλος με σαρκασμό ομολογεί ότι κάποια περίοδο θέλησε να ασχοληθεί με την ηθοποιία. Η συμμετοχή του στην ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου «Ο ασυμβίβαστος», τον είχε δελεάσει.
Οι πρώτες του εμφανίσεις ως ηθοποιός έγιναν την εποχή του Μαρκόπουλου, όπου τραγουδώντας στο πάλκο, ζωντάνευε θεατρικά, ευρηματικά και με χιούμορ το περιεχόμενο των τραγουδιών. Ο Μαρκόπουλος εκείνη την εποχή είχε γράψει και τη μουσική στο παιδικό έργο «Ντενεκεδούπολη» της Ευγενίας Φακίνου, ένα πρωτότυπο κουκλοθέατρο από ντενεκεδάκια. Η Φακίνου, το 1977, όταν ανέβασε στο θέατρο Κάβα το έργο της Στο Κουρδιστάν σε μουσική Χρήστου Λεοντή, χρειάστηκε έναν ηθοποιό. Ο Μαρκόπουλος της πρότεινε τον Παύλο και τους έφερε σε επαφή. Συνεργάστηκαν στις παραστάσεις του συγκεκριμένου έργου με τον Παύλο να υποδύεται

ntenekedoupoli

τον «Μπουλντόζα». Χαρακτηριστική για το κλίμα της εποχής, αλλά και για την άτυπη αντιπαλότητα μεταξύ πολιτικού τραγουδιού και ροκ είναι η ακόλουθη μαρτυρία του συνθέτη Χρήστου Λεοντή: «Ήμουν τόσο απορροφημένος με την κατασκευή του ήχου της παράστασης, εφόσον οι τεχνικές συνθήκες ήταν άθλιες, που δυστυχώς δεν είχα το χρόνο να δουλέψω περισσότερο με τους ηθοποιούς-τραγουδιστές του έργου. Θυμάμαι ότι με ένα κασετόφωνο της κακιάς ώρας και με έναν μετρονόμο προσπαθούσα να αναδείξω τον ήχο των ρολογιών-ξυπνητηριών, που ήταν πολύ βασικός για τη δραματουργική εξέλιξη. Βέβαια, θυμάμαι και τον Σιδηρόπουλο σαν μία ευγενική φυσιογνωμία που τραγούδησε το κομμάτι που είχα γράψει για τον «Μπουλντόζα», τον κακό χαρακτήρα της παράστασης. Δεν μας δόθηκε η ευκαιρία περαιτέρω συνεργασίας, ούτε καν προσωπικής γνωριμίας. Εγώ άλλωστε ήμουν απόλυτα ταγμένος τότε στο πολιτικό τραγούδι, ενώ εκείνος στο αμερικανόφερτο είδος, το λεγόμενο ροκ. Και ροκ με πολιτικό τραγούδι δεν τα έβρισκαν ιδιαίτερα». Από τις παραστάσεις εκείνες δεν υπάρχει καμία ηχογράφηση, ούτε φωτογραφία. Ωστόσο, οι τελευταίες φράσεις του Χρήστου Λεοντή δεν θα έβρισκαν απόλυτα σύμφωνο τον Παύλο. Ο ίδιος υπήρξε ένα ευρέως πολιτικοποιημένο άτομο που μέσα από το ροκ εξέφραζε την επαναστατικότητα του. Γι’ αυτές του τις ιδέες, ερχόταν σε ρήξη με πολλούς στρατευμένους συνθέτες της εποχής, θεωρώντας πως η κραυγαλέα επαναστατικότητα των στίχων που χρησιμοποιούσαν, κατέληγε να μην είναι γνήσια επαναστατική. Κάτι σχετικό είχε δηλώσει στον συγγραφέα-δημοσιογράφο Μισέλ Φάις, τον Σεπτέμβριο του 1990, για το περιοδικό ΗΧΟΣ&HI-FI: «Το ροκ στην Ελλάδα ακόμα είναι επαναστατικό είδος. Δεν έχει χάσει τον κοινωνικό του ρόλο. Ανεβαίνεις στο πάλκο και βλέπεις ότι ο άλλος έρχεται ανοιχτός να σε ακούσει για τα καθημερινά του προβλήματα».
Το 1977 ο Αντρέας Θωμόπουλος, γνωστός ήδη στους αντεργκράουντ μουσικούς και κινηματογραφικούς κύκλους της εποχής από το φιλμ «Αλδεβαράν» του 1976, γράφει το σενάριο της επόμενης ταινίας του με τελικό τίτλο Ο Ασυμβίβαστος. Η μουσική της ταινίας είναι του Γιώργου Θεοδωράκη. Στην ταινία περιέχονται και τα τραγούδια «Να μ’ αγαπάς», «Μη μου μιλάς για τίποτα» «Στον Ύπνο μου», «Τι να σου πω» σε στίχους και μουσική του Αντρέα Θωμόπουλου καθώς και το τραγούδι «Κάποτε θά ‘ρθουν» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν το 1977 με πρωταγωνιστή τον Σιδηρόπουλο, ο οποίος και ερμηνεύει τα τραγούδια της ταινίας (το Τι να σου πω ηχογραφήθηκε και με τη φωνή του Γιώργου Θεοδωράκη). Ο Σιδηρόπουλος στην τελευταία του συνέντευξη στον Δημήτρη Δημητράκα για τον ROCK FM θα πει σχετικά: «Με πήρε μια μέρα ο Αντρέας τηλέφωνο και μου λέει: Έχω γράψει ένα έργο για πάρτη σου, μοιάζει πολύ με τη ζωή σου. Το βρήκα λίγο μελό είναι η αλήθεια, αλλά ο Αντρέας μου είπε ότι στο δρόμο θα αλλάξει θα το κάνουμε πιο πειστικό και πιο ανθρώπινο, αλλά δεν έγινε. Το έκανα με μαύρη καρδιά είναι η αλήθεια». Είναι σχεδόν σίγουρο πως με την παραπάνω μαρτυρία του, ο Παύλος αναφερόταν στην αναπροσαρμογή του σεναρίου της ταινίας πάνω στον χαρακτήρα του και την ιδιοσυγκρασία του από τον σκηνοθέτη. (από δω και κάτω μπαίνει στο κομμάτι «Μαρτυρίες» ή «Είπαν για τον Παύλο») Ο ίδιος ο Ανδρέας Θωμόπουλος σε συνέντευξη του στον Αντώνη Μποσκοΐτη για περιοδικό «Δίφωνο» (Δεκέμβριος 2008)

asymvivastos

θυμάται την πρώτη γνωριμία του με τον Σιδηρόπουλο, αλλά και τη «μοίρα» της ταινίας του, όταν βγήκε στις αίθουσες: « Το 1977 έκανα διαφημιστικές ταινίες. Ένας συνεργάτης μου, ο Τόλης Μαστρόκαλος, εκτός από καλός βοηθός σκηνοθέτη και μπασίστας (έπαιζε με τη Σπυριδούλα), ήταν και καλός φίλος του Παύλου. Ένα ζεστό βράδυ με επισκέφτηκε με τον Παύλο για καφέ και μείναμε για ώρες, στο μπαλκόνι στο Παγκράτι, με δύο κιθάρες, μία φυσαρμόνικα και κάμποσο τσίπουρο. Με τον Παύλο, ανάμεσα στα τραγούδια που του ‘παιξα και του ‘παιξα, ανταλλάξαμε μυθολογίες. Εντυπωσιάστηκα απ’ τη συγκροτημένη σκέψη, την ακρίβεια στο λόγο του, τη φωτογένεια και την ευκολία του να ακούει ένα άγνωστο τραγούδι και να το παίζει αμέσως. Όταν χωρίσαμε εκείνο το βράδυ, ήμουν σίγουρος πως με τον χαρισματικό αυτόν άνθρωπο, θα φτιάχναμε κάτι μαζί. Είχα ήδη αρχίσει να γράφω το σενάριο της επόμενης ταινίας, που είχε προσωρινό τίτλο το διφορούμενο Εύκολος δρόμος. Στη συνέχεια έγινε Ασυμβίβαστος. Οι κριτικές δεν ήταν καλές. Ως προς τον κόσμο, σε κάποιους άρεσε, ενώ κάποιοι άλλοι μίλησαν για ταινία αδιάφορη. Άρεσε όμως στη Γερμανία και παίχτηκε σε εφτά κανάλια εκεί και σε ένα φεστιβάλ στο Κάρλοβυ Βάρι της τότε Τσεχοσλοβακίας βρήκε οπαδούς και τρυφερούς συγγενείς. Μετά το θάνατο του Παύλου, πολλοί πια μιλούν γι’ αυτή την ταινία που απέκτησε μυθικές διαστάσεις. Τέλος, το Να μ’ αγαπάς, το τραγούδι-ορόσημο της ταινίας, προϋπήρχε. Γράφτηκε ένα χρόνο πριν από την ταινία, για την Ηρώ, τη γυναίκα μου και μητέρα των παιδιών μου».
Η ταινία συμμετείχε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1978 και ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε από τη Lyra ο δίσκος με τη μουσική και τα τραγούδια της ταινίας. Σε ότι αφορά το Κάποτε θα ‘ρθουν, από την, μόλις πέντε λεπτών, συνάντηση του με τον Μίκη Θεοδωράκη, με αφορμή το τραγούδι αυτό, ο Παύλος θα εμπνευστεί για το κείμενο-καταπέλτη που ηχογράφησε στο σπίτι του και κυκλοφόρησε το 1994 στο μεταθανάτιο άλμπουμ του, Εν αρχή ην ο λόγος.
Ο Παύλος εμφανίστηκε και στην τηλεόραση ως ηθοποιός, το 1982, στο σήριαλ Οικογένεια Ζαρντή που σκηνοθέτησε για την ΕΡΤ-1 ο Κώστας Φέρρης. Ο ίδιος ο Φέρρης για τη συμμετοχή του Παύλου στο σήριαλ θα γράψει. «Σ’ έναν πολύ ωραίο ρόλο…ενός οπιομανούς γαλλοθρεμμένου αστού στις αρχές του αιώνα. Σε μία σκηνή του σήριαλ έπαιζε κιθάρα για να τραγουδήσει η Σωτηρία Λεονάρδου το Summertime που της δίδαξε ο Πουλικάκος! Ακόμα, τη μουσική της σειράς έγραψε ο Σταύρος Λογαρίδης. Αυτά κυρίως για να καταφανεί ο σύνδεσμος που κρατούσε αυτή τη γενιά σε διαρκή επαφή σαν μια οικογένεια με τα καλά και τα κακά».
Παρόλο που ο Παύλος δεν ήταν επαγγελματίας ηθοποιός, η τέχνη της υποκριτικής τον είχε κερδίσει τόσο, ώστε, στην προσπάθειά του να την κατανοήσει, έφτασε ν' αναλύσει σε βάθος ακόμα και τον τρόπο διδασκαλίας της.
 
Ως συγγραφέας

 

sidiropoulos5

Το χαρακτηριστικό του καλλιτέχνη Παύλου Σιδηρόπουλου ήταν ότι έγραφε συνεχώς! Σε οποιοδήποτε άδειο χαρτί, απόκομμα, μπλοκ, έστω και σε μισή κενή κόλλα που μπορεί να βρισκόταν μπροστά του, θα αποτύπωνε κάποια σκέψη του, κάποιο συναίσθημα του. Ο Σιδηρόπουλος δεν έγραψε μόνο στίχους, αλλά και ποιήματα, ημιτελή θεατρικά έργα καθώς και κείμενα με πολιτικές και φιλοσοφικές απόψεις. Διάβαζε, ιδιαίτερα ποίηση, αλλά και φιλοσοφία. Συχνά καταπιανόταν με τη συγγραφή διηγημάτων, τα οποία όμως δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Έχει σημασία να αναφέρουμε πόσο καθοριστικές υπήρξαν για τον στιχουργό-ποιητή Παύλο οι επιρροές του από το κίνημα της αμερικανικής beat λογοτεχνίας (κυρίως από τον Allen Ginsebearg, κατά τον ίδιο τον Παύλο), χωρίς ν’ αφήσουμε εκτός, τη λεγόμενη rock subculture με βασικότερο εκφραστή της τον Lou Reed. Δεν έλειπαν ακόμη οι στιχουργικές παραπομπές του Παύλου σε σημαντικούς Έλληνες ποιητές: στον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον «Ποιητή της Ήττας», στο κομμάτι του, «Οι σοβαροί κλόουν» από το Φλου. Αγαπούσε ιδιαίτερα τον Σεφέρη, τον οποίο θεωρούσε ποιητή παγκόσμιας εμβέλειας, τον Οδυσσέα Ελύτη για την ελληνικότητα της γραφής του, τον Τάκη Σινόπουλο, το Νίκο Καρούζο, και από τη νεότερη γενιά τον Γιώργο Χρονά και τον Δημήτρη Βάρο. Επίσης ανέφερε ως συνειδητή επιρροή του τον Διονύση Σαββόπουλο και τη στιχουργική του, επειδή στην ηλικία των 20 ετών ήταν ο μόνος άνθρωπος που εξέφρασε τις υποψίες του για το κοινωνικό περιβάλλον στην Ελλάδα.
Ώριμος πια ο Σιδηρόπουλος, το Σεπτέμβριο του 1990 θα πει σε συνέντευξη στον Μισέλ Φάις για το περιοδικό ΗΧΟΣ&Hi-Fi: «Νιώθω περισσότερο στιχουργός παρά μουσικός.». Φράση του Παύλου που μέσα σε δυο αράδες συνοψίζει όλη του την οπτική για αυτό το σημαντικό κομμάτι της δημιουργίας του.
 
Το τέλος

sidiropoulos1

Το φθινόπωρο του 1979, όταν ο Παύλος ήταν 31 ετών, ξεκίνησε η σχέση του με την ηρωίνη. Η καλλιτεχνική του πορεία μετρούσε ήδη εννιά χρόνια και η δημιουργικότητά του, το έργο του και η προσωπικότητά του είχαν για τα καλά αποκαλυφθεί. Στην αρχή ο Παύλος πιστεύει ότι δεν έχει να χάσει τίποτα και ότι θα μπορέσει να ξεμπλέξει εύκολα. Σύντομα σχετικά αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο, κάτι που φαίνεται άλλωστε τόσο στους στίχους των κομματιών του όσο και σε συνεντεύξεις του. Πολλές φορές κάνει προσπάθειες να ξεφύγει, και κατορθώνει για κάποια χρονικά διαστήματα να είναι «καθαρός». Είναι οι περίοδοι που ο Παύλος δημιουργεί ξανά και βάζει στόχους. Δυστυχώς, όμως, παρ’ όλες αυτές τις προσπάθειες, που γίνονται κυρίως ατομικά και χωρίς ποτέ να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα αποτοξίνωσης (χαρακτηριστική είναι και η μαρτυρία του Πάνου Ηλιόπουλου στο περιοδικό ΝΤΕΦΙ), τελικά δεν θα τα καταφέρει. Την άνοιξη του 1990 χάνει τη μητέρα του, στην οποία είχε μεγάλη αδυναμία, γεγονός που τον καταβάλλει. Λίγους μήνες αργότερα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας με το χέρι του (η διάγνωση του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών της 18ης Αυγούστου του 1990 ήταν «πάρεση βραχιόνιου αριστερού πλέγματος») και η κακή ψυχολογία του επιδεινώνεται. Παρ’ όλο που η κατάσταση του χεριού του ήταν πολύ σοβαρή και πιθανώς μη αναστρέψιμη, ετοιμάζει με το συγκρότημά του, τους Απροσάρμοστους, τον καινούργιο του δίσκο (πρόκειται για το μεταθανάτιο άλμπουμ Άντε και Καλή Τύχη Μάγκες) και δίνει συναυλίες.
Σύμφωνα με τον Αλέκο Αράπη, τον μπασίστα των Απροσάρμοστων, την προηγούμενη νύχτα του θανάτου του, στις 5 Δεκεμβρίου του 1990, ο Σιδηρόπουλος έφτασε στο στούντιο αρκετά καθυστερημένος και σε αλλόφρονα κατάσταση τσακώθηκε με τους μουσικούς του. Υπάρχει και η μαρτυρία του φίλου του, παραγωγού Πάνου Ηλιόπουλου, κατά την οποία εκείνο το βράδυ ο Παύλος προσπαθούσε απεγνωσμένα να επικοινωνήσει μαζί του από τηλεφώνου. Για την ακρίβεια, ο τηλεφωνητής του Ηλιόπουλου κατέγραψε δεκαπέντε αναπάντητες κλήσεις και δεκαπέντε αντίστοιχα φωνητικά μηνύματα από τον Παύλο. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, βρισκόμενος στο σπίτι μιας γνωστής του στο Νέο Κόσμο, έπεσε σε κώμα και άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά του στον  Ευαγγελισμό, χάνοντας τη μάχη με την ηρωίνη.
Κηδεύτηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1990, στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου στη Νέα Φιλαδέλφεια, παρουσία ελάχιστων επωνύμων αλλά πλήθους συγκλονισμένου και βαθειά θλιμμένου κόσμου που είχε κατακλίσει το χώρο για να του πει το τελευταίο αντίο. Σήμερα στον Κόκκινο Μύλο υπάρχει οικογενειακός τάφος στον οποίο βρίσκονται ο Παύλος, η μητέρα του και ο πατέρας του, με την προτομή του Παύλου που φιλοτέχνισε η γλύπτρια Δώρα Βουτσινά.

Μελίνα Σιδηροπούλου, Ιούνιος 2011
(δημοσιογραφική επιμέλεια, Αντώνης Μποσκοΐτης)


Μαρτυρίες

Με τον Παύλο Σιδηρόπουλο ήμασταν φίλοι και συγκάτοικοι το 1970 στην Θεσσαλονίκη, φοιτητές στο Μαθηματικό τμήμα. Ηταν ένας γλυκός ``κακομαθημένος'' έφηβος. Το όνειρό του ήταν να γίνει συγγραφέας. Είχε διαλέξει και ψευδώνυμο: Παύλος Αστέρης. Εκείνη την εποχή του άρεσαν τα drums και κάναμε ντουέτο στο σπίτι. Εγώ κιθάρα και αυτός τύμπανα σε μία πάνινη πολυθρόνα με κουτάλια και μπαγκέτες. Παίζαμε χαρούμενα και κάναμε ατέλειωτη πλάκα και αταξίες. Θυμάμαι μία βόλτα με τις κοπέλες μας, που είχαν έλθει από την Αθήνα και τη Ρένα να λέει στη δικιά μου: ``Ρούλα μου, αυτός ο Παύλος με τσιμπάει στο δρόμο σα μάγκας''. Ακριβώς αυτό που τραγούδησε στον ``Μπάμπη το Φλου''. ``Τσιμπολογούσε τις ξανθές''. Αργότερα στην Αθήνα τον έβλεπα στη χάση και στη φέξη.
Τον θυμάμαι στη συναυλία του James Brown στό Παλλάς να πάλλεται στην ένταση και το ρυθμό της μπάντας. Αλλη μία φορά στα καμαρίνια του Μετρό να μου λέει πως όπου να 'ναι ``καθαρίζει''...
Ο Παύλος ήταν ένας βιωματικός τύπος όπως πρέπει να είναι ο καλλιτέχνης μόνο που η χημεία που διάλεξε να παλέψει μαζί της, δεν σηκώνει αστεία και έτσι έφυγε νωρίς... αφήνοντας τα τραγούδια του πίσω για παρηγοριά.
Τον θυμάμαι πάντα με αγάπη.
Βαγγέλης Γερμανός

Ο ΚΛΕΨΑΣ ΤΟΥ ΚΛΕΨΑΝΤΟΣ

Λένε πως δεν υπάρχει τίποτα ωραιότερο από το να’ σαι νέος, υγιής, ξέγνοιαστος και να’ ναι καλοκαίρι.
Τον Αύγουστο του ΄77,. η ξαδέρφη μου κι εγώ παραθερίζαμε στα Νέα Στείρα οικογενειακώς. Η παραλία της Κεφάλας ήτανε ένα μικρό ψαροχώρι τριγυρισμένο από περιβόλια, μπαξέδες και κήπους, ηλιοτρόπια, καλαμποκιές αμπελοφάσουλα αχλαδιές κι άλλα οπωροφόρα, τριγυρίζανε μια μεγάλη αμμουδιά που είχε πίσω της τα σπίτια που φιλοξενούσαν τους παραθεριστές. Όπως ήταν φυσικό, όλοι γνωριζόμασταν μεταξύ μας κι έτσι εμείς τα μικρότερα παιδιά απολαμβάναμε τα προνόμια μιας ασφαλούς και ειρηνικής ελευθερίας. Παιχνίδια, μπάνιο, μουσικές, εξερευνήσεις και καθημερινές περιπέτειες. Η εφηβεία πλησίαζε, αλλά δεν είχε φτάσει ακόμα….
Εκείνο το απόγευμα, μετά το πολύωρο μπάνιο στη θάλασσα, πετύχαμε στο περιβόλι του τοπικού μανάβη μια συκιά φορτωμένη ώριμα σύκα.
Σκαρφαλώσαμε κι οι δύο προσεκτικά στο δέντρο κι αφού απλώσαμε τις πετσέτες μας καταγής αρχίσαμε να μαζεύουμε τα «βασιλικά» γρήγορα-γρήγορα μη μας πάρει κανένα μάτι. Ξαφνικά, κι ενώ τρώγαμε τα «κλεμμένα λάφυρά μας», ακούστηκε μια άγνωστη αντρική φωνή με ύφος άγριο και περιπαικτικό να φωνάζει: «τις κλέπτει οπώρας;».
Το ότι δεν τσακιστήκαμε από το φόβο μας είναι στ’ αλήθεια θαύμα. Πάντως δεν ήταν ο μανάβης αλλά ο Παύλος μ’ ένα φίλο του (Φίλιππος Φέξης), που’ χανε σκάσει στα γέλια απ’ το καψόνι που μας έκαναν και μας χαζεύανε ενώ προσπαθούσαμε κατακόκκινες από ντροπή να κατέβουμε από το δέντρο. Τη στιγμή όμως που μαζεύαμε τις πετσέτες μας γεμάτες σύκα ακούμε τις πραγματικές αγριοφωνάρες του Μασταλούδη του μανάβη που είχε φτάσει καβάλα στο ζαλισμένο γάιδαρό του, με τη μαγκούρα τα καλάθια και τη ζυγαριά του να κρέμονται στα καπούλια του ζώου σ’ ένα άκρως απειλητικό σχήμα. «Ρε παλιόπαιδα, τι κάνετε εκεί; Τίνος κερατά είσαστε; Κλέφτρες ντροπή σας!!!». Πετιέται τότε ο Παύλος: «δικιές μου είναι» του λέει και βάζει το χέρι του στην τσέπη, βγάζει κάτι ψιλά, του τα βάζει στο χέρι και του λέει και δυό κουβέντες της ειρήνης και κλείνοντάς μας το μάτι περιπαικτικά, αγριωπός μας λέει: «δρόμο τώρα εσείς……δρόμο……». Είχαμε ξεκινήσει την ώρα που ο μανάβης είχε φύγει μουρμουρίζοντας, όταν τον ξανακούσαμε να λέει: «ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΑ ΣΥΚΑ ΠΟΥ ΞΕΧΑΣΑΤΕ ΚΑΤΑΣΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΟΡΙΑ!!».
Η Έρη γυρίζει και μου λέει: «Ο ΚΛΕΨΑΣ ΤΟΥ ΚΛΕΨΑΝΤΟΣ, ΔΗΛΑΔΗ ΠΑΝΕ ΤΑ ΣΥΚΑ ΜΟΥ».
Ναι βρε Έρη, όμως εκείνος πλήρωσε κιόλας, της λέω και της δείχνω τα δικά μου.
Δεν ξέρω αν, όπως έλεγε η κυρία Τζένη (η μητέρα του), τα Στείρα ήταν ο παράδεισος, ξέρω ότι είχε πολύ φως, ήμασταν νέοι, υγιείς, ξέγνοιαστοι και νιώθαμε πρίγκιπες με πέντε σύκα και λίγα ψιλά.

Μαρία Αριστοπούλου

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ Η ΚΑΛΗ ΚΑΡΔΙΑ

Μία αληθινή ιστορία που δίνει την εικόνα του σπιτιού μας.
Ένα μεσημέρι, γύρω στη μία η ώρα, χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι και πήγε να ανοίξει η θεία η Παρασκευή. Ρωτάω ποιος είναι και μου απαντάει, «δεν ξέρω, είναι ένας νεαρός». Πηγαίνω κι εγώ στην εξώπορτα για να συνεννοηθώ και μόλις με βλέπει ο νεαρός με ρωτάει: «συγγνώμη εδώ είναι το σπίτι του Παύλου;» Του απαντάω ναι και συνεχίζει: «δε με γνωρίζετε, πεινάω και μου είπαν στη Φωκίωνος Νέγρη που βρισκόμουν, να πάω στο σπίτι του Παύλου να τον βρω κι εκεί θα μου δώσουν να φάω». Η μητέρα μας καθηλωμένη όπως ήταν σε μια πολυθρόνα, φωνάζει από το σαλόνι που πάντα καθόταν: «Παρασκευούλα βάλε του παιδιού να φάει».
Στο σπίτι εκείνη την ώρα βρισκόταν και η ξαδέρφη μας η Νουνού που είχε έρθει να μας επισκεφτεί, άκουσε την όλη ιστορία κι επειδή ήξερε και πολλές άλλες παρόμοιες λέει στη μάνα μας γελώντας: «βρε Τζένη γιατί δεν κρεμάς έξω από την πόρτα του σπιτιού μια ταμπέλα που να γράφει
«ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ Η ΚΑΛΗ ΚΑΡΔΙΑ»; Έτσι για να ξέρουμε που βρισκόμαστε!

Μελίνα Σιδηροπούλου

Όταν γνώρισα πολλούς άλλους συνθέτες, συνειδητοποίησα ότι κανείς δεν αφήνει χώρο στον μουσικό, όχι να κάνει τα δικά του, αλλά για να προσφέρει. Κι όταν πάλι προσφέρει, αυτό ούτε καν αναγνωρίζεται. Ο Παύλος άφηνε όλο τον χώρο στους συνεργάτες του να κάνουν αυτό που θέλουν, τους πίστευε και τους αναδείκνυε. Δεν θα ξεχάσω ένα βράδυ στο Πεδίο του Άρεως που έπαιζε με τους Απροσάρμοστους και ξεκίνησε το τραγούδι «Απογοήτευση». Είχε παίξει μια πολύ ωραία εισαγωγή με την κιθάρα του ο μακαρίτης Βασίλης Πετρίδης, την ακούει ο Παύλος, κόβει το κομμάτι και λέει: «Προσέξτε αυτή την εισαγωγή του Βασιλάκη! Αξίζει να την ξανακούσετε!»
Νίκος Σπυρόπουλος, μουσικός, μέλος των Σπυριδούλα

Εκτός από τις κινηματογραφικές του εμφανίσεις, (το "Αλδεβαράν" παίχτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κι έκανε εντύπωση), ο Παύλος εμφανίστηκε στην τηλεόραση, ως ηθοποιός, στο σήριαλ που σκηνοθέτησα γιά την ΕΡΤ 1, "Οικογένεια Ζαρντή". Σ'έναν πολύ ωραίο ρόλο...ενός οπιομανούς γαλλοθρεμένου αστού στις αρχές του αιώνα (το μυθιστόρημα είναι του μεγάλου μας αλλά άγνωστου Κώστα Χατζηαργύρη). Σε μιά σκηνή μάλιστα του σήριαλ, έπαιζε κιθάρα γιά να τραγουδήσει η Σωτηρία Λεονάρδου το "Summertime", που της δίδαξε ο Πουλικάκος! Ακόμα, τη μουσική της σειράς, έγραψε ο Σταύρος Λογαρίδης. Αυτά κυρίως γιά να καταφανεί ο σύνδεσμος που κρατούσε αυτή τη γενιά σε διαρκή επαφή, σαν μία οικογένεια, με τα καλά και τα κακά.
Την ίδια εποχή (1980-1983), την εποχή που ετοίμαζα το "Ρεμπέτικο", το σπίτι της Λεονάρδου στο παλιό Φάληρο, είχε γίνει δημιουργικό στέκι, κι εκεί "ψήθηκε" το "Zorba the Freak", ενώ παράλληλα ο Λογαρίδης με τον Πεντζίκη δοκίμαζαν τα δικά τους ethnic, ενώ ο Καρβέλας (ναι, ο Νίκος Καρβέλας!!!) που έμενε στον πάνω όροφο (πιό πάνω έμενε ο Αναστόπουλος του Ολυμπιακού...) μόλις είχε φτιάξει το δικό του γκρουπάκι (TAXI) κι ετοιμαζόταν γιά σόλο καριέρα. Ηταν τότε μάλιστα που ερωτεύθηκε την Βίσσυ, που τάχε με τον Κώστα Φασόλα, που ήταν ο Παραγωγός του "Ακρίτα" των Λογαρίδη-Τασούλη, και η ζωή συνεχίζεται κουβάρι. Ακόμα, ανάμεσα στους κολητούς εκείνης της εποχής, είναι η Θέμις Μπαζάκα, ο Θέμος Λεονάρδος (πρώην άντρας της Σωτηρίας και νυν συνθέτης της), Κατερίνα Γώγου, Νικόλας Ασιμος, Κωνσταντίνος Τζούμας, κι αν δε σταματήσω εδώ θα τινάξω τη μνήμη στον αέρα!!!
Κώστας Φέρρης
19/9/1997

Ο τελευταίος των Ζορμπάδων, ήταν ο Zorba ``The Freak''. Και πριν από μισή δεκαετία, ανέβηκε στο αλογάκι του, φόρεσε το καπελάκι του, είπε στην κοινωνία: ``Καμπόυ, ξεκαμπόυ και σου γαμώ το σόι'', και μετά γύρισε προς τα μας και είπε: ``See you later alligators!!!, άντε και καλή τύχη μάγκες... εγώ πάω να βρω τη μανούλα μου''. Γι' αυτόν ήμουν ο θείος. Ετσι όπως διάλεξε τους φίλους του, διάλεξε και τους ``συγγενείς'' του, διάλεξε την ``οικογένειά '' του, τα κατάφερε. Και σίγουρα, ο ίδιος διάλεξε και το τελευταίο του ταξίδι. Ο ανηψιός, ήταν ένας ελεύθερος πρίγκιπας, ο τελευταίος και είμαι περήφανος γι' αυτόν.
Παυλάκι μου, οι καιροί εξακολουθούν να είναι δύσκολοι για τους πρίγκιπες.
Σε φιλώ, ο θείος σου ο Μήτσος.
Και για την αντιγραφή
Δημήτρης Πουλικάκος
 

Για μένα αλλά και για τα άλλα παιδιά του γκρουπ, ο Παύλος ήταν ο Φίλος μου και ο Δάσκαλός μου. Στην ουσία αυτός μας έκανε μουσικούς. Είχε το εξαιρετικό χάρισμα να μαγνητίζει πάνω στη σκηνή το κοινό και να γίνεται ένα μ' αυτό. Ηταν αγνός, αυθεντικός και το κενό του είναι τεράστιο αλλά και δυσαναπλήρωτο.
Οδυσσέας Γαλανάκης (Κιθαρίστας στους Απροσάρμοστους)

Με τον Παύλο ζήσαμε μοναδικές στιγμές και εμπειρίες. Οταν είδα πως κάποια στιγμή κολλούσε το πράγμα εδώ, αποφάσισα να φύγω στην Αγγλία αλλά ο Παύλος δεν θέλησε ν' ακολουθήσει. Οταν τον ξανασυνάντησα στα μέσα της δεκαετίας του '80, ήταν λίγο απογοητευμένος και μου λεγε συχνά ότι ``μ' αφήσατε μόνο μου...''. Ηθελε να ξαναγράψουμε μαζί και μάλιστα κάναμε μια εμφάνιση μ' ένα εφήμερο σχήμα που τ' ονομάσαμε Εναλλακτική Λύση Νο. 3, αλλά για διάφορους λόγους δεν συνεχίσαμε. Για μένα ο Παύλος ήταν ο πιο γνήσιος και μοναδικός εκπρόσωπος του ελληνικού ροκ στον τρόπο της έκφρασης και της δημιουργίας του.
Παντελής Δεληγιαννίδης

Ο Παύλος ήταν σε όλα του αυθόρμητος. Αυτό που έκανε το ζούσε πάνω στη σκηνή. Ο δίσκος του ``Φλου'', μαζί μ' αυτόν του Πουλικάκου ``Μεταφορές ο Μήτσος'', τους θεωρώ σαν τα καλύτερα δείγματα του ελληνικού ροκ.
Δημήτρης Πολύτιμος
(Μουσικός, ιδρυτής των MGC, συνεργάστηκε
σε διάφορα άλμπουμ του Σιδηρόπουλου)

Ο Παύλος είχε όλα τα χαρίσματα ενός αυθεντικού και δημιουργικού ρόκερ. Τον θυμάμαι πάντα σαν ένα πολύ καλό φίλο γεμάτο ζωή και κέφι για διασκέδαση και πλάκες. Και είναι πολύ κρίμα που έφυγε μ' αυτόν τον τρόπο. Η περίοδος στην οποία δημιουργήσαμε μαζί την Εταιρεία Καλλιτεχνών θα μου μείνει αξέχαστη αφού θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που σμίξαμε μαζί σ' αυτό το σχήμα. Υπήρχαν συνεχή ``χάπενιγκ'' τόσο πάνω στη σκηνή όσο και έξω απ' αυτήν και θεωρώ τότε μεγάλη απώλεια για το χώρο τη διάλυση της μπάντας.
Θόδωρος Παπαντίνας
(Κιθαρίστας, μέλος της Εταιρείας Καλλιτεχνών)

Η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με την έννοια της απώλειας ενός κοντινού προσώπου ήταν στα δώδεκά μου χρόνια, όταν με πήρε τηλέφωνο μιά συνομήλική μου κοπέλα που είχα γνωρίσει σε κάποια παιδική κατασκήνωση το προηγούμενο καλοκαίρι, για να με πληροφορήσει ότι ένας κοινός μας φίλος, ο Κυριάκος είχε σκοτωθεί σε ατύχημα με μηχανάκι. Η αντίδρασή μου ήταν καθαρά υστερική: αρχικά θεώρησα ότι επρόκειτο για κακόγουστη φάρσα και στη συνέχεια, μπροστά στην επιμονή της, μουρμούρισα κάτι του στιλ: ``καλά, θα το διασταυρώσω'' κι έκλεισα το τηλέφωνο αφήνοντάς την εμβρόντητη.
Εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, αντέδρασα με παρόμοιο τρόπο όταν η Εύη μου τηλεφώνησε για να μου ανακοινώσει το δυσάρεστο νέο: ο Παύλος πέθανε. Τελικά δυσκολεύομαι να συνηθίσω αυτήν την ιδέα. Οσο πιό συγκεκριμένη προσπαθεί να γίνει, τόσο πιο πολύ την απωθώ στο βάθος του μυαλού μου - κι ακόμη και σήμερα είμαι πρόθυμος να πιστέψω ότι κάπου στην Αθήνα ο Παύλος κάνει πρόβες, δοκιμάζει καινούργια στιχάκια, ``δουλεύει'' μια μελωδία και, απλώς, δεν τυχαίνει να συναντηθούμε. Ετσι όπως έχουμε χαθεί και με άλλους φίλους αλλά που και που μαθαίνουμε νέα τους. Δυστυχώς, μια τόσο εύθραυστη φαντασίωση δεν μπορεί να αντέξει στο σφυροκόπημα της ``αντικειμενικής'' πραγματικότητας. Ακόμη και οι ``αγνών προθέσεων'' αναφορές και αφιερώματα στη μνήμη του Παύλου και του έργου του επαναφέρουν βασανιστικά αυτό που υποσυνείδητα προτιμώ να ξεχνάω: ο Παύλος δεν υπάρχει πλέον και δεν πρόκειται να ξαναγράψει κάποιο τραγούδι. Δε θα επεκταθώ εδώ σε αναφορές γύρω από το χαρακτήρα και τις προσωπικές στιγμές του Παύλου, γιατί θεωρώ ότι μια τέτοια δημόσια έκθεση περιέχει κάποια ποσοστά αδιακρισίας, έστω και άν πρόκειται για επαίνους. Αυτό για το οποίο μπορώ να μιλήσω είναι πολύ πιο συγκεκριμένο και ουσιαστικό. Αφορά το ρόλο που έπαιξε ο Παύλος τόσο στη συνεργασία μας όσο και στα ευρύτερα μουσικά πράγματα. Σχετικά με το πρώτο σκέλος, το πράγμα είναι απλό. Η συνεργασία μας άλλαξε τη ζωή μου. Μέσα από την ηχογράφηση του ``Φλου'' έκανα το άλμα από την εφηβία στην μουσική ενηλικίωση. Ολα αυτά που βρίσκονταν μέσα μου σε ομιχλώδη κατάσταση πήραν συγκεκριμένη μορφή και κατεύθυνση και, βέβαια η επιρροή του Παύλου σε όλη αυτήν τη διαδικασία υπήρξε καταλυτική. Θα μπορούσα να πώ χιλιάδες πράγματα γύρω από αυτό, αλλά νομίζω ότι αρκεί να σημειώσω ότι απλά και μόνο να σχολιάζεις κιθαριστικά μια φωνή τέτοιων δυνατοτήτων είναι ολόκληρο σχολείο.
Οσον αφορά τώρα την επιρροή που είχε ο Παύλος πάνω σε αυτό που ονομάζουμε rock n' roll σκηνή, τα πράγματα εδώ είναι προφανή. Δεν πρόκειται απλώς για κάποια ``καλά τραγούδια'' αλλά για το συμπυκνωμένο ορισμό του τι σημαίνει rock και πώς μπορεί να είναι ΚΑΙ ελληνικό. Αναζητώντας με σχεδόν μυστικιστική προσύλωση το δρόμο της προσωπικής του έκφρασης, άνοιξε γεναιόδωρα μια πόρτα σε κάτι που αφορούσε και όλους εμάς τους υπόλοιπους. Απέδειξε στην πράξη ότι όλες αυτές οι ετερόκλητες επιρροές που όλοι είχαμε μέσα μας μπορούσαν να μετουσιωθούν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα με περιεχόμενο και αξία. Θα μείνει, λοιπόν, κάτι από τον Παύλο. Οχι μόνο στην σκέψη αυτών που τον γνώρισαν ή αυτών που συγκινήθηκαν από την μουσική του αλλά και σε κάθε νότα που παίζουμε, σε κάθε ηλεκτρική συγχορδία, σε κάθε βρυχηθμό του μπάσου. Και κάθε φορά που θα μαζεύονται οι πιτσιρικάδες στα υπόγεια της μεγαλούπολης και με τις πρώτες νότες θα γίνεται αντιληπτή στην ατμόσφαιρα αυτή η τόσο ασαφής αλλά και τόσο πραγματική περιρρέουσα αίσθηση που η ξενομανία της γενιάς μας ονόμαζε ``Rock 'n' Roll Feeling'' τότε θα είναι και αυτός εκεί.
Βασίλης Σπυρόπουλος
Εψιλον, 10/12/95

Ο Παύλος είναι ένας άγιος της ελληνικής ροκ σκηνής. Εφυγε πριν ακόμα δει τους σπόρους που είχε φυτέψει και οι οποίοι πιάσαν τελικά. Εφυγε κυνηγημένος, περιθωριοποιημένος αλλά πιστεύω ότι αν υπάρχει πουθενά θα χαίρεται γι' αυτό που συμβαίνει. Γιατί ότι και να συμβαίνει ξεκίνησε από τον Παύλο και από τον Πουλικάκο. Το ``Φλου'' ήταν ένας οριακός δίσκος για όλους μας.
Γιάννης Αγγελακας

Δυστυχώς για όλους μας, ο Παύλος δεν θέλησε ποτέ να κρατήσει ``απόσταση ασφαλείας'' μεταξύ λόγου-μουσικής και προσωπικής ζωής. Ταυτίστηκε σε βαθμό απόλυτο με το ``όνειρο'' των ντραγκς και την ιδέα του ροκ εντ ρολ, με αποτέλεσμα η είδηση του θανάτου να μην είναι ένα σοκ αλλά ένα μούδιασμα.
Συχνά εύχομαι, τώρα που γνωρίζω την λύση, να τα 'χε παρατήσει, να 'χε κουραστεί και σπάσει, να 'ταν τηλεπαρουσιαστής παιχνιδιών ή υπεύθυνος ροκ ρεπερτορίου σε μια πολυεθνική. Τουλάχιστον θα 'ταν ακόμη μαζί μας. Ελπίζω να 'ναι στον παράδεισο γιατί μου φαίνεται ότι έφαγε τη ζωή του στην κόλαση.
Θανάσης Αντωνίου
(Δημοσιογράφος του φάνζιν Σκιές Του Β-23)

Ένας ξανθός άγγελος με λαμπερά γαλάζια μάτια που σε κοίταζαν κατάματα: ο Παύλος.
Εγώ, η φιλόλογος θεία του, «έπρεπε» να τον βοηθήσω παραμονή εξετάσεων στα αρχαία Ελληνικά, τη μέρα που μόλις είχε αγοράσει το βιβλίο του! Θυμάμαι την παραμονή που θα έδιδε Κύρου Ανάβαση με το βιβλίο φυσικά ολοκαίνουριο. Εγώ σε πανικό, αυτός ήρεμος. Το κείμενο το έβλεπε για πρώτη φορά. Τον βάζω να διαβάσει ένα μεγάλο απόσπασμα και να μου πει τι κατάλαβε. Με παρακαλεί να του πω τη σημασία κάποιων λέξεων και βγάζει σχεδόν τέλεια τη μετάφραση, προς μεγάλη μου έκπληξη και θαυμασμό φυσικά.
Πάντα το πάθος του ήταν η μουσική, ταλέντο που σίγουρα είχε κληρονομήσει από τον ερασιτέχνη μουσικό παππού του Ραδάμανθυ. Ο Ραδάμανθυς Αλεξίου από τη μεγάλη κρητική οικογένεια διανοουμένων των Αλεξίου, ήταν τοπογράφος μηχανικός, σε δημόσια έργα, βιολιστής και συνθέτης κρητικών μοτίβων.
Όταν ρωτούσα τη μητέρα του Παύλου αν ο γιός της τραγουδάει ωραία, απαντούσε με το γνωστό χιούμορ της σε άπταιστη Κρητική προφορά: «σα ντο γάιδαρο»  μια ιδιόμορφη αντίληψη της Τζένης για τη ροκ μουσική; Όχι, μάλλον διάθεση για πλάκα!
Άρρωστη από πολύ νέα, καθηλωμένη σχεδόν σε κάποια καρέκλα, η μητέρα του, γεμάτη δυναμισμό και κέφι για τη ζωή, έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή του Παύλου και έμμεσα στο έργο του.
Παύλο μου, είσαι από τα παιδιά που δεν μπορεί κανείς εύκολα να ξεχάσει. Σε βλέπω να με κοιτάζεις με τα φωτεινά γαλάζια σου μάτια και ακούω να μου τραγουδάς με τον αισθαντικό δικό σου τρόπο τα τόσο ξεχωριστά τραγούδια σου.
Νίκη Ζαχαρίου
(φιλόλογος καθηγήτρια στη σχολή Μωραΐτη)

Ο Παύλος δεν μας επέτρεψε ούτε μια φορά να πιστέψουμε ότι μας πουλάει ``φύκια για μεταξωτές κορδέλες'', ούτε επέτρεψε στην τέχνη του να εξαργυρωθεί για τριάκοντα αργύρια παρ' ότι η ανάγκη του τα χρειαζόταν συχνά. Κι όταν μπορεί να διαφυλάσσει την τέχνη του από τις ανάγκες του, από την καθημερινότητα, από τη φθορά του χρόνου, όταν μπορεί να ζει όπως περιγράφει στα επικίνδυνα τραγούδια του, τότε αξίζει την τιμή μας και την αγάπη μας για πάντα.

Μάκης Μηλάτος
(Δημοσιογράφος)

Πηγή:pavlos-sidiropoulos.gr

Διαβάστηκε 3337 φορές
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: Κορνήλιος Καστοριάδης »